Κατανοώντας την κατάθλιψη: μια σχεσιακή ψυχαναλυτική προσέγγιση

Η κατάθλιψη είναι μια βαθιά εμπειρία που επηρεάζει τον τρόπο που κάποιος βιώνει τον εαυτό του, τους άλλους και τον κόσμο. Συχνά συνοδεύεται από εσωτερικό βάρος, απώλεια ενδιαφέροντος, κόπωση, αίσθηση κενού, δυσκολία συγκέντρωσης και έντονη αυτοκριτική. Μπορεί να υπάρχει εμφανής θλίψη, αλλά σε πολλές περιπτώσεις αυτό που κυριαρχεί είναι η αποσύνδεση: «Δεν νιώθω τίποτα», «Δεν με αγγίζει τίποτα», «Λειτουργώ, αλλά δεν ζω πραγματικά».
Μέσα από μια σχεσιακή ψυχαναλυτική οπτική, η κατάθλιψη δεν αντιμετωπίζεται απλώς ως σύμπτωμα που χρειάζεται να εξαλειφθεί, αλλά ως μια εμπειρία που της έχει δοθεί συγκεκριμένο νόημα και ιστορία. Ο άνθρωπος διαμορφώνεται μέσα στις σχέσεις του. Από τις πρώτες στιγμές της ζωής, η αίσθηση του εαυτού μας συγκροτείται μέσα από το βλέμμα, τη φωνή, την ανταπόκριση και τη συναισθηματική διαθεσιμότητα των σημαντικών Άλλων. Όταν αυτές οι πρώιμες σχέσεις είναι επαρκώς ασφαλείς, δημιουργείται η βάση για μια εσωτερική αίσθηση αξίας και ζωντάνιας. Όταν όμως χαρακτηρίζονται από συναισθηματική απουσία, ψυχρότητα, υπερβολικές απαιτήσεις, αστάθεια ή απόρριψη, το παιδί καλείται να προσαρμοστεί σε αυτό που φαντάζεται ότι είναι αποδεκτό.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το παιδί αντί να βιώσει τον γονέα ως μη διαθέσιμο, κάτι που θα απειλούσε τη σχέση τους, στρέφεται προς τον εαυτό του νιώθοντας ανεπαρκές. Έτσι διαμορφώνεται σταδιακά μια εσωτερική φωνή αυτοκριτικής: «Δεν αξίζω», «Φταίω εγώ», «Αν ήμουν καλύτερος, θα με αγαπούσαν». Αυτή η φωνή δεν είναι τυχαία, αντιθέτως αποτελεί εσωτερικευμένη εμπειρία σχέσης. Με τον χρόνο, γίνεται μέρος της ταυτότητας και μπορεί να αποτελεί τον πυρήνα μιας καταθλιπτικής οργάνωσης.
Η κατάθλιψη, με αυτή την έννοια, δεν είναι ένδειξη αδυναμίας. Μπορεί να υπήρξε τρόπος να διατηρηθεί μια σημαντική σχέση, τρόπος να αποφευχθεί η σύγκρουση, τρόπος να προστατευθεί κανείς από την απόρριψη ή τον πόνο. Η απόσυρση, η σιωπή, η καταπίεση του θυμού ή των αναγκών μπορεί να βοήθησαν κάποτε στην επιβίωση μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν χωρούσε την αυθεντική έκφραση του εαυτού. Όμως αυτό που ξεκίνησε ως προστασία, αργότερα μπορεί να βιώνεται ως φυλακή.
Ένα συχνό στοιχείο της κατάθλιψης είναι το βίωμα του κενού. Κάποιοι άνθρωποι περιγράφουν ότι δεν γνωρίζουν τι επιθυμούν ή τι τους συγκινεί. Άλλοι αισθάνονται πως έχουν χάσει την επαφή με τον εσωτερικό τους κόσμο. Η αποσύνδεση αυτή μπορεί να λειτουργεί ως άμυνα απέναντι σε παλιό, ανείπωτο πόνο. Αν κάποτε τα συναισθήματα δεν έγιναν δεκτά ή συναντήθηκαν με αδιαφορία, ίσως η ψυχική μόνωση «έμαθε» να τα περιορίζει. Η απουσία συναισθήματος, όσο επώδυνη κι αν είναι, μπορεί να αποτελεί έναν τρόπο προστασίας από κάτι που φάνηκε αβάσταχτο.
Συχνά κάτω από την κατάθλιψη κρύβεται και πένθος. Πένθος για σχέσεις που δεν υπήρξαν όπως θα χρειαζόταν, για στιγμές που δεν μοιράστηκαν, για ανάγκες που δεν αναγνωρίστηκαν. Μπορεί να πρόκειται για πένθος μιας παιδικής ηλικίας χωρίς επαρκή συναισθηματική ανταπόκριση ή για πένθος πλευρών του εαυτού που έμειναν στην άκρη ώστε να διατηρηθεί η σύνδεση με τους άλλους. Το πένθος αυτό συχνά δεν έχει συνειδητοποιηθεί πλήρως. Μπορεί να βιώνεται ως γενικευμένη θλίψη ή αίσθηση ματαιότητας.
Η σχεσιακή ψυχαναλυτική θεραπεία βασίζεται στην ιδέα ότι ο ψυχικός πόνος που διαμορφώθηκε μέσα σε σχέσεις μπορεί να μετασχηματιστεί μέσα σε μια νέα σχέση. Όπως υποστήριξε ο Mitchell, η θεραπευτική διαδικασία είναι μια ζωντανή, αμοιβαία εμπειρία και όχι μια ουδέτερη παρατήρηση από απόσταση. Η θεραπευτική σχέση γίνεται χώρος συνάντησης δύο υποκειμενικοτήτων, όπου μπορούν να αναδυθούν παλιά μοτίβα, να γίνουν κατανοητά και σταδιακά να αλλάξουν.
Στο πλαίσιο αυτό, ο θεραπευόμενος έχει τη δυνατότητα να βιώσει κάτι διαφορετικό από ό,τι ίσως γνώρισε στο παρελθόν: μια σχέση όπου τα συναισθήματά του χωρούν, όπου η αμφιθυμία δεν οδηγεί σε απόρριψη, όπου η έκφραση θυμού ή ανάγκης δεν απειλεί τη σύνδεση. Η εμπειρία του «να γίνομαι αντιληπτός» και να παραμένει ο άλλος παρών μπορεί να έχει βαθιά επανορθωτική σημασία. Σταδιακά, η αυστηρή εσωτερική φωνή μπορεί να αποκτήσει ρίζες και ιστορία, και να μετασχηματιστεί σε μια πιο συμπονετική στάση προς τον εαυτό.
Η αλλαγή στην κατάθλιψη δεν συμβαίνει από τη μία στιγμή στην άλλη. Είναι μια σταδιακή μετατόπιση που χαρακτηρίζεται από λίγο περισσότερη ζωντάνια, λίγο περισσότερη επαφή, λίγο περισσότερη ανεκτικότητα απέναντι στα συναισθήματα.
Για πολλούς ανθρώπους, το πιο δύσκολο βήμα είναι η αναζήτηση βοήθειας. Η κατάθλιψη συχνά συνοδεύεται από ντροπή ή από την πεποίθηση ότι «θα έπρεπε να τα καταφέρω μόνος μου». Όμως αν ο ψυχικός πόνος έχει σχεσιακές ρίζες, τότε η θεραπεία μέσα σε μια ασφαλή, επαγγελματική σχέση δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας αλλά πράξη φροντίδας και ευθύνης προς τον εαυτό. Η κατάθλιψη μπορεί να μοιάζει με αδιέξοδο, αλλά μέσα από μια σχεσιακή ψυχαναλυτική οπτική θεωρείται μια εμπειρία που μιλά για τον τρόπο που κάποιος έμαθε να σχετίζεται και να προστατεύεται.
Σε ένα θεραπευτικό πλαίσιο που βασίζεται στην αμοιβαιότητα, τον σεβασμό και τη βαθιά κατανόηση, αυτή η εμπειρία μπορεί να αποκτήσει νέο νόημα και να μετασχηματιστεί. Εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο κενό ή σιωπή, μπορεί σταδιακά να δοθεί ένα νέο επεξεργασμένο νόημα και να ξεκινήσει η σύνδεση, με τον εαυτό και τον Άλλον.
Το παρόν κείμενο έχει ενημερωτικό χαρακτήρα και δεν υποκαθιστά τη διάγνωση ή θεραπεία από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Αν αναγνωρίζετε τον εαυτό σας σε όσα περιγράφονται, η επικοινωνία με έναν ειδικό μπορεί να αποτελέσει ένα ουσιαστικό πρώτο βήμα.
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Mitchell, S. A. (1988). Relational Concepts in Psychoanalysis.
- Aron, L. (1996). A Meeting of Minds.
- Benjamin, J. (1988). The Bonds of Love.
- Greenberg, J., & Mitchell, S. (1983). Object Relations in Psychoanalytic Theory.
